05Ιον2014 – Η παράγκα του Σίμου

ΤΑ ΣΤΕΚΙΑ – ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΑΓΟΡΑΙΟΥ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΥ
Σειρά ντοκιμαντέρ του Νίκου Τριανταφυλλίδη που καταγράφει τις ιστορίες της πόλης μέσα από χώρο και χρόνο των τόπων μαζικής εστίασης.
Οι χώροι που αποκαλούμε «Στέκια» δεν είναι μόνο κέντρα ομαδικής εκδήλωσης μέσα στο πλαίσιο των καθιερωμένων χρόνων, αλλά και φορείς της άγραφης ιστορίας της πόλης μέσα από την συνέχεια του χρόνου.
Καταγράφοντας τις ιστορίες της πόλης, η σειρά συνθέτει τη «μεγάλη εικόνα» των ανθρώπων της σαν ένα σύγχρονο ψηφιδωτό, μέσα από την επιτόπια παρατήρηση που εμπλέκει τον θεατή σε άμεση, καθημερινή και ουσιαστική σχέση με τους χώρους και τους ανθρώπους που παρακολουθεί.
Το «AuRevoir», η «Παράγκα του Σίμου», το βίντεοκλαμπ, το γήπεδο, το «Φιλολογικό Καφενείο», η ντισκοτέκ, η ταβέρνα, το Κουρείο, το Μπαρ Κονσομανσιόν, η Φωκίωνος Νέγρη, η Τρούμπα και η εισβολή του Ροκ Εν Ρολ στη Αθήνα του ’50 είναι τα Στέκια που επισκέπτεται η κάμερα της εκπομπής.
Μέσα από ουσιαστικές αναφορές στον κινηματογράφο, τη λογοτεχνία, τις εικαστικές τέχνες, την αρχιτεκτονική και τη μουσική, καταγράφεται η μνήμη του αστικού τοπίου και η τέχνη της καθημερινής ζωής.

Σκηνοθεσία επεισοδίων: Νίκος Τριανταφυλλίδης, Μάρκος Χολέβας, Γιάννης Χαριτίδης, Φωκίων Μπόγρης, Νίκος Πάστρας
Δημοσιογραφική Έρευνα: Ηλιάνα Δανέζη, Μαρία Καραγιαννάκη, Σοφία Κοσμά
Επιστημονικοί Σύμβουλοι: Δημήτρης Μανιάτης, ΓιώργοςΊκαρος Μπαμπασάκης, Πήτ Κουτρουμπούσης, Λιόπη Αμπατζή, Σπύρος Μποζίκης
Ηχοληψία: Γιάννης Αντύπας
Τίτλοι Αρχής – Artwork:Γιώργος Βελισσάριος
Μοντάζ: Νίκος Πάστρας, Γιώργος Ζαφείρης
Διεύθυνση Φωτογραφίας:Claudio Bolivar, Νίκος Ποττάκης
Διεύθυνση Παραγωγής: Μαρία Καραγιαννάκη
Εκτέλεση Παραγωγής: Μαρίνα Δανέζη για τη ΝΙΜΑ
Παραγωγή: ΝΕΡΙΤ

Καλοκαίρι 1953. Στον απόηχο της μεταπολεμικής Ελλάδας, οι επιζήσαντες του εμφυλίου ζουν υπό την πίεση της φτώχιας, των στερήσεων και του φόβου των πολιτικών διώξεων. Οι νέοι σουλατσάρουν στις γειτονιές της Αθήνας αναζητώντας ελπίδα για το μέλλον και το όνειρο μιας καλύτερης ζωής. Σε μία μακρόστενη παράγκα της οδού Σαρρή, ο Σίμος Τσαπνίδης στήνει το τεντάδικο του. Είναι «ακατέργαστος», «έμφυτα γενναιόδωρος», ελεύθερος και ωραίος. Απεχθάνεται τα ταμπού και τις συμβάσεις και ορίζει το μέλλον μέσα από το δόγμα «Ζήσε την κάθε μέρα όσο καλύτερα μπορείς, αρκεί να μην ενοχλείς το διπλανό σου». Ο Σίμος διαβάζει Σαρτρ, παίζει δεύτερους ρόλους σε κινηματογραφικές ταινίες της εποχής υποδυόμενος τον άνθρωπο του περιθωρίου και αγκαλιάζει με ζέση τις νέες ιδέες και την τέχνη. Η παράγκα του πολύ γρήγορα και «μοιραία» μετατρέπεται στον χώρο από τον οποίο ξεπηδά ένα ακατέργαστο νεανικό κίνημα: εκείνο των Ελλήνων υπαρξιστών. Οι νέοι της εποχής, παιδιά λαϊκών οικογενειών –στην πλειοψηφία τους- ανταποκρίνονται σε αυτό το πρωτόγνωρο κάλεσμα και συρρέουν στην «ιπτάμενη παράγκα» του Σίμου που κλυδωνίζεται από το χορό, το τραγούδι και την νεανική τρέλα, η οποία κλείνει περιπαικτικά το μάτι στη συντηρητική ελληνική κοινωνία. Φορούν τα σακάκια τους από την ανάποδη, ενώ οι ρέγκες αντικαθιστούν την συμβατική γραβάτα. Ο Σίμος ο αρχηγός, ο Τζο ο φιλόσοφος, ο Ανδρέας ο εραστής, ο Πητ ο καλλιτέχνης, ο Γιάννης ο αντισυμβατικός μαζί με την Χαρά, τη Φωφώ, τη Λίλιαν, τη Μπέμπα και πολλούς ακόμη, επιδίδονται σε ένα πρωτοφανές «ξεκλείδωμα ψυχής» κόντρα σε κάθε πρόσταγμα καθωσπρεπισμού. Τα θρυλικά πάρτι, οι εκδρομές και οι φιλανθρωπίες των υπαρξιστών απασχόλησαν τα δημοσιεύματα του Τύπου με τον «υπαρξιστικό κίνδυνο διαφθοράς των νέων» να δοκιμάζει τα αυταρχικά αντανακλαστικά της Πολιτείας, να παραπέμπει τους υπαρξιστές σε δίκη και να οδηγεί στο οριστικό κλείσιμο της παράγκας, το 1956. Σήμερα, η παράγκα είναι ένα ιδιωτικό parking. Κι όμως οι Ανδρέας Δημητρόπουλος (Αντιπρόεδρος Συλλόγου Υπαρξιστών ο Διογένης) , Πάνος Κουτρουμπούσης (Καλλιτεχνικός Διευθυντής Συλλόγου Υπαρξιστών ο Διογένης), Θόδωρος Πάγκαλος, Χαρά Παπαδημητρίου (υπαρξίστρια, Διευθύντρια των εκδόσεων Άγκυρα), Παναγιώτης Κουνάδης (μουσικολόγος) αλλά και οι άλλοι θαμώνες της «ιπτάμενης παράγκας» αναλαμβάνουν να μας ξεναγήσουν στα άδυτα της προσκαλώντας μας σε ένα επετειακό υπαρξιστικό πάρτι.