28Ιαν2019 – Μονόγραμμα

«Βασίλης Σκουλάς» (λυράρης)

«Η λύρα είναι προέκταση της ψυχής μου…». Μια λύρα, μια φωνή με ηχώ αιώνων πίσω της και ένας δεκαπεντασύλλαβος ηλικίας τριών χιλιάδων χρόνων, συνθέτουν τον κρητικό λυράρη, Βασίλη Σκουλά, που αυτοβιογραφείται στο «Μονόγραμμα» αυτής της εβδομάδας.
Ο Βασίλης Σκουλάς γεννήθηκε στα Ανώγεια Μυλοποτάμου Ρεθύμνου Κρήτης το 1946. Το όγδοο παιδί του Αλικιβιάδη Σκουλά, με το παρατσούκλι Γρυλλιός, που ήταν γνωστός λαϊκός ζωγράφος των Ανωγείων.
Ο παππούς του, Μιχάλης Σκουλάς, ήταν σπουδαίος λυράρης της εποχής του. Ο προπαππούς τους και αδελφός του παππού του επίσης… Δύσκολες εποχές, το χωριό είχε καταστραφεί ολοσχερώς από τους Γερμανούς μαζί και το καφενείο του παππού του. Ο πατέρας του το ξανάστησε και εκεί μέσα ήταν που μικρό παιδί ο Βασίλης Σκουλάς ουσιαστικά μεγάλωσε και εισέπραττε τις εμπειρίες της ζωής, τον πόνο, τα βάσανα, τις απώλειες, της μεταπολεμικής Κρήτης. Που όμως έβρισκαν παρηγοριά και βάλσαμο στη ρακή και στα τραγούδια του τοπικού τροβαδούρου κι έτσι με μιας γίνονταν όλοι μια παρέα.
Το ταλέντο του Βασίλη Σκουλά, φάνηκε νωρίς. Στην ηλικία των 8-9 χρόνων, είχε μάθει ήδη πολλά τραγούδια παραδοσιακά., που τα τραγουδούσε με μια πρόχειρη, άτεχνη λύρα. Ο πατέρας του όμως, διείδε το μεγάλο ταλέντο του και του παρήγγειλε από το Ηράκλειο μια πολύ εξελιγμένη λύρα. Άρχισε να αποτυπώνει τότε, με την καινούργια λύρα, μελωδίες που άκουγε από τους λυράρηδες και τους τροβαδούρους της εποχής, όπως του αείμνηστου Μουντάκη και του Σκορδαλού. Επίσης, παμπάλαιες μελωδίες κλασικές, που άκουγε από τον παππού του, αυτές που δεν είχαν ποτέ ηχογραφηθεί και μεταφέρονταν από στόμα σε στόμα, από γενιά σε γενιά. Τα έπαιζε στις παρέες, στους γάμους, στα πανηγύρια. Με τον δικό του μοναδικό τρόπο. Η πρώτη του δισκογραφική εμπειρία ήταν το 1965 με τον Νίκο Ξυλούρη και τον Θανάση Σταυρακάκη, μια ηχογράφηση σε μικρό δίσκο, με ανωγειανές κοντυλιές και μαντινάδες. Ακολούθησε, χρόνια μετά, ένας δίσκος με μαντινάδες του Ελευθερίου Βενιζέλου και ριζίτικα, που έγινε ανάρπαστος. Άρχισαν οι συναυλίες στο εξωτερικό, Αμερική, Καναδά, Αυστραλία Γερμανία στους απανταχού Έλληνες και δη Κρητικούς. Ο γάμος του στην Αμερική με τη Χρυσάνθη Σαριδάκη. Δύο παιδιά και δύο εγγόνια με διαγνωσμένο μουσικό ταλέντο είναι το καμάρι του σήμερα πια.
Το 1980 ήρθε η πρόσκληση από τον Γιάννη Μαρκόπουλο να συνεργαστούν σε συναυλίες και εκδηλώσεις ανά την Ελλάδα, με πρώτη εκδήλωση στο Ηράκλειο, στο Μαρτινέγκο, στον τάφο του Καζαντζάκη με τη συμμετοχή πολλών καλλιτεχνών και αφηγητή τον Μάνο Κατράκη. Συνεχίζει με μια σειρά από εμφανίσεις στην Αθήνα στο θέατρο Παρκ στο έργο «Καφενείον η Ελλάς» και το θίασο του Γιάννη Βόγλη, με τον Μίμη Φωτόπουλο, τον Γιάννη Κούτρα, τη Λιζέτα Νικολάου, την Αφροδίτη Μάνου, στη θεατρική παράσταση του έργου του Νίκου Καζαντζάκη «Καπετάν Μιχάλης» στην Ελλάδα και στη συνέχεια στο εξωτερικό. Η πορεία στο έντεχνο πια τραγούδι συνεχίστηκε με σημαντικές συνεργασίες, όπως με τον Μιχάλη Νικολούδη στο μουσικό έργο «Αιολία», τον Μάριο Τόκα και τον Παντελή Θαλασσινό. Τον Τάκη Κωνσταντακόπουλο επίσης, που μελοποίησε ποιήματα του Νικοφόρου Βρεττάκου, που τραγούδησε ο Βασίλης Σκουλάς και η Μαρία Δημητριάδη.
Ο Βασίλης Σκουλάς θεωρεί πολύ σημαντικό αυτό που έκανε συνεχώς από μικρός. Να συγκρατεί και να καταγράφει στη μνήμη του, στίχους από μαντινάδες πολύ παλιές σε ένα λεξιλόγιο που τείνει με τα χρόνια να παραμεριστεί και να ξεχαστεί.
Θέλει να προβληματίσει τους νέους να τους κάνει να αναρωτηθούν «τι σημαίνει αυτή λέξη», ούτως ώστε να επικρατήσει το λεξιλόγιο πέρα από το νόημα και την ουσία που είχε ο στίχος, «συνοψισμένο σ’ ένα δεκαπεντασύλλαβο για να εκφράσεις τον ερωτισμό σου, την αγάπη σου, τον προβληματισμό σου, το θυμό σου, τη λύπη σου, τη χαρά σου» λέει ο ίδιος. «…Η λύρα για μένα είναι προέκταση της ψυχής μου και κατά καιρούς αισθάνομαι ότι γεννήθηκα μ’ ένα τέτοιο όργανο. Από πολύ μικρός σαν να ήτανε μέσα μου αυτό το άκουσμα και μου χτυπούσε καμπανάκι, με συγκινούσε και με ανατρίχιαζε η αρμονία, οι μελωδίες, το μερακλίκι, η καλλιφωνία, η ωραία μαντινάδα, ο χορός, η κίνηση, η γλώσσα του σώματος, αυτά όλα ήτανε πράγματα που με συγκινούσανε και μ’ ευχαριστούσανε και με μερακλώνανε…».

Παραγωγός: Γιώργος Σγουράκης.
Σκηνοθεσία: Στέλιος Σγουράκης.
Δημοσιογραφική επιμέλεια: Νέλλη Κατσαμά, Ιωάννα Κολοβού.
Διεύθυνση φωτογραφίας: Στάθης Γκόβας.
Ηχοληψία: Νίκος Παναγοηλιόπουλος, Λάμπρος Γόβατζης.
Μοντάζ: Σταμάτης Μαργέτης.